Ελληνικά | English

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

Οἰκογενειακοὶ Μῦθοι



Οἰκογενειακοί Μῦθοι καί Οἰκογενειακή Θεραπεία: Βιβλιογραφική   Ἀνασκόπηση


Γιῶργος Καπούλας, Παιδοψυχίατρος, Ἰνστιτοῦτο Θεραπείας Οἰκογένειας, Ὀκτώβριος 2012


Ὁ σκοπός τῆς παρούσης Διπλωματικῆς Διατριβῆς εἶναι νά ἀναδειχθεῖ,  μέσῳ μιᾶς ἐκτενοῦς βιβλιογραφικῆς ἀνασκόπησης, ἡ συμβολή τοῦ μύθου στήν κλινική ἐφαρμογή τῆς οἰκογενειακῆς θεραπείας.

Ἡ διεπιστημονική διαχρονική προσέγγιση τοῦ Μύθου καί  ἡ σημασία του γιά τόν ἄνθρωπο καί τήν εὐρύτερη κοινότητα διαπιστώνεται ὅτι εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας γιά τήν ὕπαρξη καί τήν ἐξέλιξη τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἱστορία τοῦ μύθου συμβαδίζει μέ τήν ἴδια τήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους (Βιτσαξής, 2002). Παραταῦτα, ὅπως χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ Ἰ. Κ. Τσέγκος (2002), «Ὁ Μῦθος παραμένει ἕνα αὐτοδύναμο ζήτημα, τό ὁποῖο ἄν καί ὑπεισέρχεται στούς χώρους τῆς Λογοτεχνίας, τῆς Ἀνθρωπολογίας, τῆς Ἱστορίας τῶν Θρησκειῶν, τῆς Λαογραφίας, τῆς Ψυχολογίας, τῆς Ἱστορίας, τῆς Τέχνης καί ἐν γένει στόν πολιτισμό, ἐν τοῦτοις δέν ἀναγνωρίζεται ἀπό τό παρόν ἐκπαιδευτικό σύστημα (κανένας δέν ἔχει στήν κατοχή του πτυχίο στή Μυθολογία)».

Στόν τομέα τῆς οἰκογενειακῆς θεραπείας, οἱ Μῦθοι θεωροῦνται ὅτι λειτουργοῦν ὡς μηχανισμοί ἰσορρροπίας, ὡς μετακανόνες, ἀλλά καί ὡς ἄμυνα τοῦ οἰκογενειακοῦ συστήματος· ἔχουν δέ ἀναμφισβήτητα συμβάλλει στήν κατανόηση ὄχι μόνο τῆς δυναμικῆς τῆς οἰκογενειακῆς ὁμάδας, ἀλλά καί τῶν ἀσυνείδητων κινήτρων πού ἐμπλέκονται στή διαμόρφωση τῶν ρόλων καί τῶν προσδοκιῶν μεταξύ τῶν μελῶν της.

Εἰδικώτερα καί μέ χρονολογική σειρά, ἡ συμβολή τοῦ Μύθου στήν Ψυχαναλυτική Προσέγγιση τῆς Θεραπείας Οἰκογένειας  μελετήθηκε κυρίως ἀπό τούς Otto Rank (Ὁ Μῦθος τῆς Γέννησης τοῦ Ἥρωα, 1909), Karl Abraham (Ὄνειρο καί Μῦθος, 1909),  Αckerman (Ἡ Πολυεπίπεδη Ὀργάνωση τῆς Οἰκογένειας καί Οἰκογενειακοί Μῦθοι, 1937), Dicks (Ἡ Ἐπιλογή τοῦ Συντρόφου σέ σχέση μέ τήν Προβολή τῶν Ἐσωτερικῶν Ἀντικειμένων τῶν Συζύγων, 1967),  Feinstein (Ἡ Διαχρονικότητα τῶν Μύθων, 1979), Anderson & Bagarozzi (Μῦθοι καί Συμβολικές Ἀναδομήσεις, 1989) κ.ἄ.

Ἀργότερα, ἡ Συστημική Θεώρηση τῆς Οἰκογενειακῆς Θεραπείας, μέ πρωτοπόρο τόν Ferreira (1963), διατυπώνει τόν ὅρο «Οἰκογενειακός Μῦθος», θεωρώντας τον ὡς «ἕνα σύστημα σταθερῶν πεποιθήσεων, τίς ὁποῖες συμμερίζονται ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογένειας καί οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται στόν καθένα καί στή θέση του στά πλαίσια τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς. Οἱ πεποιθήσεις αὐτές δέν τίθενται ὑπό ἀμφισβήτηση ἀπό κανένα ἀπό τά μέλη τῆς οἰκογένειας, παρά τίς διαστρεβλώσεις τῆς πραγματικότητας πού καταφανῶς περιλαμβάνουν».

Θεωρεῖ τόν Οἰκογενειακό Μῦθο ὡς Ὁμοιοστατικό Μηχανισμό καί τόν τοποθετεῖ στήν ἔναρξη τῆς σχέσης τοῦ ζευγαριοῦ. Ἐπίσης, τόν συνδέει μέ τήν ἐμφάνιση ἀτομικῆς ψυχοπαθολογίας στήν οἰκογένεια, εἰσάγοντας τήν  ἔννοια τῆς παθολογίας τοῦ συστήματος. Ἑπομένως, ὁ οἰκογενειακός Μῦθος μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὅτι ἀποτελεῖ σημαντικό μηχανισμό ἄμυνας, προστατεύει τό σύστημα ἀπό τή διάλυση καί τό χάος, διατηρώντας ἤ αὐξάνοντας τά ἐπίπεδα ὀργάνωσης τῆς οἰκογένειας, μέ βάση τήν Κυκλικότητα καί τήν Αὐτοδιόρθωση, ὅπως ἐπιβάλλει κάθε Ὁμοιοστατικός  Μηχανισμός. Τονίζει, τέλος, τήν ἀντίσταση τῶν οἰκογενειῶν πού βρίσκονται σέ θεραπεία, ὅταν ὁ Μῦθος τους ἀμφισβητεῖται ἀπό τόν θεραπευτή.

Πολλοί μεταγενέστεροι μελετητές, ἀκολουθώντας τόν συλλογισμό τοῦ Ferreira, ὅπως οἱ Pincus καί Dare (1978), θεωροῦν ὅτι οἱ οἰκογενειακοί Μῦθοι ὅπως καί τά Οἰκογενειακά Μυστικά ἀπό τίς προηγούμενες γενιές, ἔχουν ἰσχυρότατη ἐπίδραση στή ζωή τῆς οἰκογένειας καί στίς βασικές ἀπόψεις καί ἀξίες της γιά τή ζωή.

Τό θέμα τῆς μεταβίβασης ἀπό γενιά σέ γενιά μύθων, συνηθειῶν, μοντέλων συμπεριφορᾶς, μυστικῶν καί δυσλειτουργιῶν, πού καθορίζουν τή μοναδικότητα κάθε οἰκογένειας,  ἀπετέλεσε τό κεντρικό ἀντικείμενο τῆς Διαγενεακῆς Ἀνάλυσης (1975), ἐνῶ ὁ Dallos (1997) ὑποστηρίζει ὅτι οἱ Μῦθοι συνδέουν τήν παροῦσα οἰκογενειακή κατάσταση μέ τίς προηγούμενες γενιές (Παπαδιώτη-Ἀθανασίου, 2000). Οἱ θεραπευτές τῆς Διαγενεακῆς Κατεύθυνσης χρησιμοποιοῦν συχνά ὡς βασικό ἐργαλεῖο τό Γενεόγραμμα, γιά τόν ἐντοπισμό τῶν στοιχείων αὐτῶν, ἐνώ ἡ ΜcGoldrick (2002) ὑποστηρίζει τή χρήση του γιά τόν ἐντοπισμό καί τήν ἀποκάλυψη τῶν οἰκογενειακῶν μύθων (Lieberman, S., 1979, Mijolla, A., 1987, Parry, A. & Doan, R., 1994, Thomassin, P., 1993).

Στό ἴδιο μῆκος κύματος κινεῖται καί ἡ Horowitz (2004),  πού θεωρεῖ τόν οἰκογενειακό Μῦθο ὡς μία διάσταση τοῦ Οἰκογενειακοῦ Μυθιστορήματος, ὅπως αὐτό ἀντικατοπτρίζεται στό οἰκογενειακό γενεόγραμμα καί τόν συνδέει μέ τήν ἐμφάνιση σοβαρῶν ψυχοσωματικῶν προβλημάτων στά παιδιά, καθώς καί ἀσθενειῶν πού ὁδηγοῦν ἐνίοτε στόν θάνατο, χαρακτηρίζοντάς τον ὡς Θεμελιώδη Μῦθο.

Μεταγενέστερα στόν χῶρο τῆς Συστημικῆς Ψυχοθεραπείας, ἡ ἔμφαση στή γλώσσα ὡδήγησε στήν Ἀφηγηματική Προσέγγιση. Σύμφωνα μέ τόν M.White (1990), θεμελιωτή τῆς Ἀφηγηματικῆς Θεραπείας, «οἱ ἄνθρωποι πλάθουν ἱστορίες γιά τή ζωή τους, καθορισμένες σέ μεγάλο βαθμό ἀπό πολιτισμικές ἐπιδράσεις καί βλέπουν τόν ἑαυτό τους μέσα ἀπό αὐτές. Οἱ ἀφηγήσεις ἀποτελοῦν τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι δηλώνουν τόν ἑαυτό τους, ἀλλά καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἀναδιαμορφώνεται ὁ ἑαυτός» (Παπαδιώτη – Ἀθανασίου & Soffta – Nall, 2006).  Ἡ  Schnitzer (1993) προτιμᾶ νά χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο «ἱστορία», δίνοντας εὐρύτερη διάσταση στόν οἰκογενειaκό Μῦθο, ὑποδηλώνοντας «τήν ἐξύφανση ἀπό κοινοῦ ἑτερογενῶν στοιχείων σέ ἕνα συνεκτικό ὅλον». 

Συμπερασματικά, ἡ θεραπεία μέ ἔμφαση στίς ἀφηγήσεις ζωῆς καί τήν ἀνακατασκευή τοῦ Οἰκογενειακοῦ Μύθου, μιᾶς καινούριας τελικά ἱστορίας, «ἔχει τή δυνατότητα νά δώσει στήν οἰκογένεια τήν ἱκανότητα ἐπιλογῆς τῆς μυθικῆς της ὀργάνωσης καί νά βοηθήσει τήν κατασκευή νέων ἱστοριῶν πού δέν ἐγκλωβίζουν, ἀλλά ἀπελευθερώνουν» (Παπαστυλιανοῦ, 2003).

Περνώντας στίς θεραπευτικές τεχνικές πού αξιοποιοῦν τόν Μῦθο, διαπιστώνουμε ὅτι οἱ M. Bowen, S. Minuchin καί R. Skynner, συγκαταλέγονται σέ αὐτούς πού ἐφήρμοσαν τέτοιες τεχνικές. Παρά δέ τό γεγονός ὅτι οἱ παραπάνω εἰδικοί δέν χρησιμοποίησαν τόν ὅρο «Οἰκογενειακός Μύθος», ἐν τούτοις φαίνεται πώς ἔχουν ἐμπνευστεῖ ἀπό αὐτόν, ἀξιοποιώντάς τον στήν κλινική πράξη.

Ὁ Bowen (1967) ἀναφέρεται ἐμμέσως στήν ἔννοια τοῦ οἰκογενειακοῦ Μύθου, ὅταν ἐπεξηγεῖ τήν ἔννοια τῆς προβολικῆς διαδικασίας τῆς οἰκογένειας, τήν ὁποία θεωρεῖ βασικό μηχανισμό. Ὑποστηρίζει ὅτι μέσῳ αὐτοῦ οἱ γονεῖς διαπλάθουν τό ἐπίπεδο διαφοροποίησης τῶν παιδιῶν τους, ἐνώ «ἐγχαράσσουν» στούς ἀπογόνους τους τίς γενικές γραμμές τῶν οἰκογενειακῶν προτύπων καί τήν οἰκογενειακή ἀτμόσφαιρα. Ἐπιπλέον, ἡ οἰκογενειακή προβολή εἶναι μία διεργασία στήν ὁποία ἡ θυμικότητα τῶν γονέων διαμορφώνει τό παιδί, εἴτε διογκώνοντας ἕνα ὑπαρκτό χαρακτηριστικό τοῦ παιδιοῦ, εἴτε ἐνσταλάσσοντας ἕνα νέο πού δέν ὑπάρχει ὡς κληρονομική προδιάθεση. Μέσῳ αὐτοῦ τοῦ μηχανισμοῦ σταθεροποιοῦν τή δική τους λειτουργία καί σχέση μέ τά παιδιά τους εἰς βάρος τοῦ Οἰκογενειακοῦ Μύθου (Bentovim A., 1979, Boscolo, L. & Bertrando, P. 1996, Nichols, M.P., 1987).

Ἕνα ἄλλο σημεῖο στή θεωρία τοῦ Bowen ἀποτελεῖ καί ἡ ἔννοια τῆς Πολυγενεαλογικῆς Διαδικασίας Μετάδοσης, πού ἐπισυμβαίνει μέσῳ τῆς συνειδητῆς διδαχῆς δοξασιῶν, κανόνων καί συμπεριφορῶν πού μαθαίνουν οἱ γονεῖς στά παιδιά τους. Ὅλα αὐτά τά ἀποκαλοῦμε «οἰκογενειακή ἀγωγή», καί μέσῳ αὐτῶν πραγματοποιεῖται ὁ προγραμματισμός τῶν θυμικῶν ἀντιδράσεων καί συμπεριφορῶν αὐτομάτως καί ἀσυνειδήτως: «Ὁ Ἑαυτός- Πρόσωπο καί Προσωπεῖο- δομεῖται ἀπό τήν ὄσμωση ἐκείνων τῶν πληροφοριῶν πού μεταδίδονται μέσῳ τῶν σχέσεων μέ ἐκεῖνες πού μεταδίδονται κληρονομικά» (Ζερβάνος, 2009).

Ἡ Δομική Προσέγγιση τῆς Θεραπείας Οἰκογένειας (S. Minuchin, 1974) θεωρεῖ ὅτι ἡ οἰκογένεια εἶναι μία φυσική ὁμάδα, πού μέ τό χρόνο ἀναπτύσσει διάφορα μοτίβα ἀλληλεπίδρασης. Κάθε μέλος, καθώς ἀλληλεπιδρᾶ μέσα στήν οἰκογένειά του, βιώνει ταυτοχρόνως τόν οἰκογενειακό τρόπο χαρτογράφησης του κόσμου. Γνωρίζει ὅτι μερικές περιοχές εἶναι σημειωμένες ὡς «κάνε ὅ,τι θές», ἄλλες εἶναι χαρακτηρισμένες ὡς «προχώρησε προσεκτικά» καί ἄλλες ὡς «σταμάτα», ἐνῶ πίσω ἀπό ὅλες αὐτές τίς ὑποδείξεις κρύβεται ὁ «Οἰκογενειακός Μῦθος» (Minuchin, 2007). Ἀναφέρει δέ καί ὡρισμένα παραδείγματα διαφόρων δομῶν οἰκογένειας, ὅπως αὐτό «τῶν οἰκογενειῶν τριῶν γενεῶν» καί τῶν «οἰκογενειῶν φάντασμα» (Παπαστυλιανοῦ, 2007).

Οἱ στρατηγικές τῆς Δομικῆς Προσέγγισης, πού ὁδηγοῦν στήν ἀλλαγή, εἶναι ἡ ἀμφισβήτηση τοῦ συμπτώματος μέσῳ τῆς «Ἐναλλακτικῆς Βιοψίας», ἡ ἀμφισβήτηση τῆς δομῆς μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στόν «Οἰκογενειακό Χάρτη», ἡ ἀμφισβήτηση τῆς οἰκογενειακῆς πραγματικότητας, δηλαδή τῶν γνωσιακῶν–ἐννοιολογικῶν κατασκευῶν της, μέσῳ τῶν παράδοξων παρεμβάσεων ἤ δίδοντας ἔμφαση στά δυνατά σημεῖα τῆς οἰκογένειας, καθώς καί οἱ στρατηγικές τῆς Ἀναπλαισίωσης, βασικό συστατικό τῆς θεωρίας. Οἱ στρατηγικές αὐτές βασικό σκοπό ἔχουν νά ἀναδιαμορφώσουν τά στοιχεῖα ἐκεῖνα τοῦ οἰκογενειακοῦ Μύθου πού πρέπει νά τροποποιηθοῦν γιά νά ἐπιτραπεῖ ἡ ἀλλαγή. Σύμμαχοι σέ αὐτή τήν προοπτική εἶναι οἱ τεχνικές τῆς Ἀναπαράστασης, τῆς Ἑστίασης καί τῆς Πρόκλησης Ἔντασης (Παπαστυλιανοῦ, 2007).

Στήν Ὁμαδικοαναλυτική Προσέγγιση, ὁ R. Skynner συνέδεσε τά στάδια τῆς Καθήλωσης καί τῆς Παλινδρόμησης, σύμφωνα μέ τό φροϋδικό σχῆμα τῆς ψυχοσεξουαλικῆς ἀνάπτυξης τοῦ ἀτόμου, θεωρώντας ὅτι ἡ οἰκογένεια θά πρέπει, ἐπίσης, νά ταξινομεῖται ἀνάλογα μέ τό γενικό της ἀναπτυξιακό ἐπίπεδο. Μέ ἀφορμή τήν τοποθέτηση αὐτή, ἐπισημαίνει ὅτι οἱ χαρακτηριστικές ἀναπτυξιακές της ἀποτυχίες φαίνεται νά μεταφέρονται γενεαλογικῶς μέσῳ ἑνός παρόμοιου τρόπου, ὅπως συμβαίνει στά στάδια πού ἤδη ἀναφέρθηκαν. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ οἰκογένεια «θά ἀπορρυθμιστεῖ ὅταν βρεθεῖ ἀντιμέτωπη μέ τά ἄγχη πού ἀντιστοιχοῦν στήν πολυγενεαλογική της ἀποτυχία κατά τή διάρκεια τῆς ἀναπτυξιακῆς διεργασίας» (Skynner, 1981). Ἐπιπλέον, ἡ λειτουργία τῶν προβλητικῶν συστημάτων καθορίζεται, σέ σημαντικό βαθμό, ἀπό τή δύναμη πού ἀσκοῦν οἱ «Σφραγισμένες Ἐντολές», πού οὐσιαστικά εἶναι ἄλλη μία προσέγγιση τῆς ἔννοιας τοῦ «Οἰκογενειακοῦ Μύθου». Μέ τόν ὅρο αὐτόν, ὁ Skynner προσθέτει μία ἄλλη διάσταση τοῦ οἰκογενειακοῦ μύθου σχετικά μέ τή χρησιμότητά του στή δομή καί συνοχή τῆς οἰκογένειας. Οἱ «σφραγισμένες ἐντολές», οἱ ὁποῖες ἀπορροφοῦνται κατά τήν παιδική ἡλικία ὡς ἕνα σύνθετο πλέγμα κανόνων, πιέσεων καί προκαταλήψεων, μέσῳ λεπτῶν μή λεκτικῶν σημάτων ἤ μέσῳ τῆς μίμησης, ἐγγράφονται σέ μή συνειδητό ἐπίπεδο. Ἡ δύναμη, ὡς ἐκ τούτου, πού ἀσκοῦν συνδέεται μέ τό πλαίσιο κανόνων πού διέπουν τίς ἐντολές αὐτές, μιᾶς καί προδιαγράφονται, πρῶτον ἀπό τόν ὅρο νά μήν «ἀνοιχθοῦν» καί δεύτερον ἀπό τήν πεποίθηση ὅτι ὄχι μόνο εἶναι ἀπόλυτα ὑγιεῖς, ἀλλά καί ὁπωσδήποτε περισσότερο ὑγιεῖς ἀπό τίς ἀντίστοιχες ἄλλων οἰκογενειῶν. Ὡς συνάρτηση τῶν ἀνωτέρω προκύπτει ἕνας τρίτος κανόνας πού «ἀπαγορεύει τήν ἐπαφή μέ τρίτους πού λειτουργοῦν μέ σφραγισμένες ἐντολές διαφορετικές ἀπό τίς δικές μας, ἀποκλείοντας μέ τόν τρόπο αὐτόν ἀκόμη καί τή σκέψη γιά τό ἐνδεχόμενο τῆς ἀλλαγῆς, ἀφοῦ δέν ἐπιτρέπουμε τή γνώση τοῦ διαφορετικοῦ» (Skynner, 1986).

Αὐτός ὁ τρίτος κανόνας ἀναπτύσσει ἕνα εἶδος ἀντίστασης στή θεραπεία, ἡ ὁποία ὅμως μπορεῖ νά ἀποτελέσει ταυτοχρόνως καί πηγή ἔμπνευσης γιά τόν θεραπευτή καί νά λειτουργήσει ὡς ἐφαλτήριο γιά ἀλλαγή. Ὁ Skynner,  λοιπόν, πιστεύει ὅτι ὑπάρχει διέξοδος ἀπό αὐτό, ἄν ἡ οἰκογένεια βοηθηθεῖ νά ἀποδράσει ἀπό τούς ἀνωτέρω  τρεῖς κανόνες, πού διέπουν τή λειτουργία τῶν «σφραγισμένων ἐντολῶν». Ἐφαρμόζοντας, ἑπομένως, τίς τεχνικές «τῆς Οἰκογενειακῆς Προσομοίωσης», γιά τήν ἀναπαράσταση τῆς ἀρχικῆς οἰκογενειακῆς κατάστασης, τῆς «Καθοδηγούμενης Ὁμαδικῆς Παλινδρόμησης» γιά τήν ἀνακάλυψη τῆς καθολικῆς ἐμπειρίας κατά τήν παιδική ἡλικία καί τῆς «Ἄσκησης τῶν Οἰκογενειακῶν Συστημάτων» γιά τήν κατανόηση τῶν προβλητικῶν συστημάτων, προσπαθεῖ νά διευκολύνει τήν ἐπίλυση τῶν δυσλειτουργικῶν μύθων.

Συνοψίζοντας, ὅσον ἀφορᾶ τίς ἀνωτέρω τεχνικές, ἀξίζει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ὁ Skynner, μέσῳ τῆς δράσης, δίνει  στίς οἰκογένειες ἤ σέ μέλη τῶν οἰκογενειῶν πού προσέρχονται γιά θεραπεία τή δυνατότητα ἐπαναδιαπραγμάτευσης πιθανῶν ἄλυτων συγκρούσεων, πού προκαλοῦνται ἀπό τήν διατήρηση δυσλειτουργικῶν μύθων.

Ἡ παροῦσα ἐργασία ὁλοκληρώνεται μέ ἀναφορές στήν  προσωπική θεραπεία τοῦ θεραπευτῆ, ὑποθέτοντας ὅτι τοῦ ἐπιτρέπει νά ἐπεξεργαστεῖ καί νά ἀξιοποιήσει τούς δικούς του προσωπικούς μύθους  γιά τή δική του διαφοροποίηση ἀλλά καί γιά τήν ἐπεξεργασία βασικῶν διεργασιῶν τῆς ζωῆς, ζητήματα πού θά συναντᾶ, συνεχῶς, κατά τήν θεραπευτική του ἐργασία. Κατά τόν Ἰ.Κ. Τσέγκο (2002): «Ἡ θεραπεία, ὅπως καί κάθε εἴδους μαθητεία, θά μποροῦσε νά παρασταθεῖ καί ὡς συνάντηση δύο μύθων: τοῦ Μύθου τοῦ θεραπευτῆ ἤ δασκάλου καί τοῦ Μύθου τοῦ θεραπευόμενου ἤ μαθητῆ, ἀφοῦ καθένας, ἐκτός τοῦ συνήθως ἀπόκρυφου προσωπικοῦ του Μύθου, φέρει καί ἄλλους μονιμότερους ἤ περιστασιακούς Μύθους, ὅπως ὁ ἐπαγγελματικός ἤ ἕνας Μῦθος πρόσκαιρος, ὁ ὁποῖος ἀνακύπτει ἀπό τήν ἐπιθυμία ἤ τήν ἀνάγκη, πού τήν ἐπιβάλλει μία ἀνεπιθύμητη σωματική ἤ ψυχική κατάσταση.» Αὐτό πού γίνεται πάντως μέ τή «συνάντηση» τῶν δύο «μυθοφόρων», ὅπως πολύ γλαφυρά περιγράφει ὁ Ἰ.Κ.Τσέγκος, εἶναι ἡ δημιουργία ἑνός νέου κοινοῦ Μύθου. Αὐτό συνεπάγεται ὅτι τελικά «ἡ ἀλήθεια δέν εἶναι οὔτε μία, οὔτε ἀπόλυτη, παρά εἶναι ἕνα γεγονός σχέσεως προσωπικό καί ὄχι μονομερές προνόμιο κάποιου».

Τελευταία ἐνημέρωση ἄρθρου: 27/4/2014
ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΗ 1 & ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗ, 114 72 ΑΘΗΝΑ / ΤΗΛ. 210.6435980 - 210.6447533 / FΑΧ. 210.6445140 // Copyright © Α.Ψ.Κ. 2011. All rights reserved.